Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Γράμμα στη Μαργαρίτα Φρανέλη από το Χρήστο Αγγελάκο



Αγαπητή Μαργαρίτα,

διάβασα το βιβλίο σου "φρένο-γκάζι". Ο ρυθμός του με παρέσερνε, μ' έστελνε παρακάτω, στην άλλη φράση, στην άλλη παράγραφο, στην άλλη σελίδα. Κι όμως, ενδιαμέσως, ένιωθα την ανάγκη να σταματήσω, ξανά και ξανά, γιατί το βάρος των εικόνων του, το βάθος τους, το αναγνώριζα: ήταν και δικό μου βάθος.

Είμαστε συνομίληκοι. Πήγαμε σε γειτονικά σχολεία. Οι γειτονιές μας όμορες. Οι χαμπάκηδες και οι στρατηγάκηδες και τα φροντιστήρια των γαλλικών μπορεί να μπλέξανε τα βήματά μας στους ίδιους δρόμους. Ακούγαμε για τη νύχτα του Πολυτεχνείου, ο αδελφός μου κι εγώ από το τρανζιστοράκι μας, εσύ από το μπαλκόνι σου. Στην πρώτη πορεία ήμασταν εκεί. Δεκατριών; Δεκατεσσάρων; Άγρια πράγματα. Απελευθερωτικά.

Γι' αυτό χρειάστηκε να σταματάω τόσο συχνά. Για να ξεδιαλύνω τις αναμνήσεις μου από τις δικές σου. Να αραιώνω αυτό το πυκνό κίτρινο φως, που μέσα του βουλιάζανε τα διαμερίσματα των εβδομήντα τετραγωνικών με τις τετραμελείς οικογένειες. Κι όσα συνέβαιναν εκεί. Με φωνές και με ψιθύρους. Και με την επωδό: "τι θα πει ο κόσμος;"

Το κείμενο όμως μ' έσπρωχνε. Ο λόγος του δε μου χαριζόταν. Οι προτάσεις επιβάλλανε τον ασθματικό τους ρυθμό. Οι επαναλήψεις μού υπενθύμιζαν πως σ’ αυτό το παιχνίδι της πρόσληψης δεν υπήρχα μόνο εγώ με την αναγνωστική μου εμπλοκή. Ήταν κι αυτή: η μητέρα-εμμονή, η δασκάλα-απαγόρευση, η αράχνη γύρω από την οποία έπλεξες τον ιστό της αφήγησης. Ήσουν κι εσύ. Η σχέση σας. Η ιστορία σας που ανακύκλωνε τα ίδια μοτίβα για να πατήσει στη σκληρότητά της και να εξελιχθεί. Μια μουσική φράση που τρέφεται από τις σάρκες της.

Νέο σταμάτημα: Να θυμάμαι, πάντα να θυμάμαι, πως δεν είναι ένα κείμενο αμιγώς αυτοβιογραφικό. Πως η συγγραφέας Μαργαρίτα γράφει ένα μυθιστόρημα για τη μικρή Ρίτα και για τη μητέρα της. Πως το κείμενο είναι μια άλλη πραγματικότητα, αυτόνομη, μια ξεχωριστή ζωή. Πως το α' ενικό ανήκει στην ηρωίδα, όχι στη συγγραφέα. Και πως το όριο της γραφής, αυτό που διαχωρίζει την εξομολόγηση από την κατασκευή, πρέπει να παραμείνει ορατό.

Το όριο: το έβλεπα να λεπταίνει, να γίνεται κλωστή· η κλωστή να μετακινείται, να εξαφανίζεται. Το βιωματικό και το μυθιστορηματικό να ορμάνε το ένα στο άλλο, να ενώνονται στην ίδια πρόταση. Στις κοφτές φράσεις. Στις φράσεις-ξυραφιές. Από την εποχή της «Κασσάνδρας και του λύκου» είχα να δω κείμενο που να το σώζει η ίδια του η αγριότητα.

Επίτρεψέ μου να παραμείνω λίγο ακόμα στο ύφος του κειμένου. Σκέφτομαι τι επίτευγμα είναι να χειριστείς τόσο καυτό υλικό με τέτοια ψυχραιμία. Να ζωντανέψεις τις πληγές μόνο με τον ήχο της λέξης τους. Να μιλήσεις για τραύματα, όχι με τον τρόπο μιας συνείδησης που πάσχει, όχι μόνο με αυτόν, αλλά και με την ψυχρότητα του χειρουργού. Ναι, το βιβλίο είναι ακριβώς αυτό: ένας πίδακας από ζεστό αίμα που τον απελευθερώνει ένα παγωμένο νυστέρι. Έτσι το διάβασα εγώ.

Θα μπορούσα να σου πω κι άλλα. Να μιλήσω για τη σχέση μάνας-κόρης, για τον πατέρα, τον αδελφό, τα όρια, την ανθρωποφαγία, τη λωρίδα το φως που έβγαινε κάτω από τις κλειστές πόρτες, όπου παιζόταν το έργο της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας. Θα μπορούσα να μιλήσω γι' αυτές τις χαραμάδες που έκαναν το θρίλερ της ενηλικίωσης ακόμη πιο τρομακτικό. Θα σου μιλούσα για τον Πελεκάνο του Στρίνμπεργκ και την Άγκοτα Κριστόφ και τη Φθινοπωρινή Σονάτα του Μπέργκμαν και την "οικογένεια, αυτή την κοιτίδα των σκύλων" που λέει κι ο Ρεμπώ.

Θα έδινα στον εαυτό μου το ελεύθερο να γίνει εξομολογητικός, σχεδόν ιδιωτικός. Άλλωστε ένα γράμμα είναι. Το γράφουμε χωρίς να μας νοιάζει, πρώτη φορά χωρίς να μας νοιάζει, τι θα πει ο κόσμος. Έτσι δεν είναι;

Χρήστος Αγγελάκος, 29 Μαρτίου 2011

Ο Χρήστος Αγγελάκος είναι συγγραφέας. Έχει εκδώσει το μυθιστόρημα "Η τελευταία εικόνα" (1998), την ποιητική συλλογή "Τα φώτα απέναντι" (2008) και το 2009 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο για νέους θεατρικούς συγγραφείς για το έργο "Οι δυο μας τώρα". Το τελευταίο του μυθιστόρημα "Το δάσος των παιδιών" κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου